Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

θυμαμαι τη μαμα μου να μου χαριζει ομορφα πολυχρωμα τετραδια με χοντρα εξωφυλλα. -γραψε, μωρο μου-, μου λεγε. -γραψε, τη μερα σου να τη θυμασαι-.
εγω, ομως, δεν εγραφα σε εκεινα τα τετραδια, παρα μονο την πρωτη τους σελιδα. ετσι, για να το θυμαμαι. το μνημονικο μου ηταν παντα δυνατο και ταχυτατο. τα κατεγραφα ολα εκει με τις πιο ευαισθητες τους λεπτομερειες. αλλωστε μισουσα παντα τους κανονες της γραφης. τους τονους και τα κεφαλαια μετα τις τελειες. στο μυαλο μου δεν χρειαζοταν ποτε να τονισω τη μνημη της μερας, ουτε να ξεκινησω με κεφαλαια την μνημη της επομενης.
θυμαμαι τη μαμα μου να μου χαριζει ομορφα πολυχρωμα ρολογια. -φορα το, μωρο μου-, μου λεγε. -φορα το, να ξερεις την ωρα-.
εγω, ομως, δεν το φορουσα, γιατι δεν με ενοιαζε η ωρα που διναν στα πραγματα για να εχουν. εγω, δεν εδινα δεκαρα για τον χρονο. τον σκορπουσα με μανια, σαν να μην υπηρχε επι της ουσιας ή μαλλον σαν να ηταν ατερμονα ατελειωτος.
οταν αργοτερα μεγαλωσα, καταλαβα πως για ολα τα πραγματα στη ζωη υπαρχει χρονος. που μετριεται με ημερολογια και με ρολογια, και καπου μεσα στην εμμονη μου να θυμαμαι χωρις να προσδιοριζω το χρονο της μνημης, βαρεθηκα, λοιπον, και πηρα και ημερολογιο και ρολοι.
απο τοτε ο χρονος μου ειναι κλειδωμενος καλα στις σελιδες ενος πολυχρωμου τετραδιου και στους δεικτες ενος μπρασελε. ετσι εγω κι η μαμα μου δεν φοβομαστε μην ξεχασω. ο χρονος που φευγει, εκτος απο το σωμα μου και την ψυχη μου, μουντζουρωνει και φθειρει πολυχρωμα τετραδια και ομορφα ρολογια. ετσι για να τον θυμαμαι.